Οι Αρχαίοι Έλληνες απέδιδαν την σωματική τους δύναμη και την πνευματική τους ευεξία στην κατανάλωση ελαιολάδου και σύμφωνα με τον πατέρα της Ιατρικής Ιπποκράτη, το ελαιόλαδο θεωρούνταν ευεργετικό για περισσότερες από 60 θεραπευτικές χρήσεις.
Ο Αρχαίος Έλληνας ιατρός Ιπποκράτης, αποκαλούσε το ελαιόλαδο «Μεγάλο Θεραπευτή».

Στους ομηρικούς χρόνους το ελαιόλαδο χρησιμοποιείται ευρέως ως καλλυντικό  για την περιποίηση του σώματος και των μαλλιών και όχι μόνο ως τρόφιμο ή πρώτη ύλη για φωτισμό και θέρμανση.

Στην εποχή του μεγάλου νομοθέτη Σόλωνα, η ελιά κατοχυρώθηκε νομικά, θεωρήθηκε ιερό δέντρο αλλά και σύμβολο ζωής, Σοφίας και Ευημερίας και απαγορεύτηκε η κοπή των ελαιόδεντρων.

 

 

Ο Όμηρος ονόμασε το ελαιόλαδο «υγρό χρυσό».

 

 

Ο μεγαλύτερος Έλληνας Φιλόσοφος Πλάτων χαρακτήριζε το ελαιόλαδο «Πόνων Αρωγή».

Ο Αριστοτέλης στο έργο του «Αθηναίων Πολιτεία» περιγράφει την αφθονία των ελαιόδεντρων στην Αθήνα.

Ο Πλίνειος (συγγραφέας και γιατρός) αναφέρει το πρώτο ελαιοτριβείο και συνιστούσε την τοποθέτηση αρωματικών βοτάνων στο ελαιόλαδο.

Η ελιά καλλιεργούταν σε αρκετές περιοχές της Ελλάδας, στην Μήλο, στη Σάμο, την Εύβοια καθώς και σε άλλες περιοχές.

Η καλλιέργεια της είχε λάβει μεγάλες διαστάσεις κατά τον 5ο αιώνα, τον Χρυσό αιώνα του Περικλή, όπου σύμφωνα με τον Ηρόδοτο η Αθήνα υπήρξε το κέντρο της ελαιοκαλλιέργειας.

 

 

3η Δύναμη παγκοσμίως η Ελλάδα στην παραγωγή ελαιολάδου

Παγκοσμίως καλλιεργούνται περισσότερα από 750 εκατομμύρια ελαιόδεντρα, το 95% αυτών στις Μεσογειακές χώρες.

Η Ελλάδα καταλαμβάνει μετά την Ισπανία και την Ιταλία την Τρίτη θέση σε παγκόσμιο επίπεδο παραγωγής ελαιολάδου.

Το 60% του καλλιεργούμενου εδάφους της Ελλάδας είναι ελαιώνες ενώ είναι η χώρα με τις περισσότερες ποικιλίες ελιάς. Η Κορωνέικη αποτελεί την πλέον βραβευμένη ελληνική ποικιλία ελιάς.

Η Ελλάδα αριθμεί περίπου πάνω από 130 εκατομμύρια ελαιόδεντρα, με μέση παραγωγή τα τελευταία  χρόνια περί τους 300.000 τόνους ελαιολάδου.

 

 

1η Δύναμη παγκοσμίως η Ελλάδα σε επίπεδο ποιότητας ελαιολάδου

Σε επίπεδο ποιότητας  ελαιολάδου, η Ελλάδα καταλαμβάνει την Πρώτη θέση σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς το 75-80% της ελληνικής παραγωγής είναι εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο, έναντι 40-45% της ιταλικής και 25-30% της ισπανικής ετήσιας παραγωγής σε εξαιρετικό παρθένο.

Στην Κρήτη, από όπου προέρχεται το ελαιόλαδο μας, το 95% της παραγωγής ανήκει στην υψηλότερη ποιοτική κατηγορία του έξτρα παρθένου.

Το σύνολο της παραγωγής ελαιολάδου στην Κρήτη που κατά μέσο όρο κυμαίνεται στους 100.000 τόνους τον χρόνο, έχει βελτιωθεί ποιοτικά κατά θεαματικό τρόπο τις τελευταίες δεκαετίες, με την υψηλότερη ποιοτική κατηγορία του εξαιρετικά παρθένου να καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής.

 

Πηγή : ΣΕΔΗΚ, www.prosodol.gr, www.infooil.gr, ICAP Group

 

Η Αθήνα πήρε το όνομά της από τη θεά Αθηνά, που έφερε την ελιά στους Έλληνες ως δώρο.

Ο Δίας είχε υποσχεθεί να δώσει  την Αττική, στο θεό ή στη θεά που θα έκανε την πιο χρήσιμη εφεύρεση.

Έγινε διαγωνισμός ανάμεσα στην Θεά Αθηνά και το Θεό Ποσειδώνα.

Ο Ποσειδώνας χτύπησε με την τρίαινα τον ιερό βράχο της Ακρόπολης και αμέσως ξεπήδησε ένα κύμα αλμυρού νερού.

Δώρο της Αθηνάς, όταν χτύπησε τον ιερό βράχο της Ακρόπολης με το ραβδί της ήταν ένα  δέντρο ελιάς γεμάτο καρπό  χρήσιμο για το φως, τη θερμότητα, τη διατροφή,  τα φάρμακα και τα αρώματα.

Το Δώρο της Θεάς επιλέχθηκε  από τους πολίτες, ως μια πιο ειρηνική εφεύρεση, που συμβόλιζε την ειρήνη, τη φρόνηση και τη σοφία.

Η ελιά που φυτρώνει εκεί σήμερα λέγεται ότι προέρχεται  από τις ρίζες του αρχικού δέντρου, που ήταν ιερό.

Ελιά, δώρο της θεάς Αθηνάς στην Ακρόπολη.

 

 

 

Η πρώτη καλλιέργεια της ελιάς πραγματοποιήθηκε σε όλο τον κόσμο στην Ελλάδα, και πιο συγκεκριμένα στην Κρήτη. Αυτό συνέβη κατά τη διάρκεια της Μινωικής Εποχής όπου η συστηματική καλλιέργεια της ελιάς και η χρήση του ελαιολάδου διαδραμάτισαν τον πιο σημαντικό ρόλο στην οικονομία του νησιού της Κρήτης.

Το προβάδισμα ως προς την ελαιοκαλλιέργεια πληρούσε η Μινωική Κρήτη λόγω του εύκρατου κλίματός της, της γεωμορφολογίας της, αλλά και της εντατικοποίησης της πρωτογενούς γεωργικής παραγωγής της. Τα αρχαιολογικά ευρήματα από τα μινωικά ανάκτορα της Κρήτης μαρτυρούν τον πολλαπλό ρόλο  του ελαιολάδου στον κρητικό  πολιτισμό της Μινωικής περιόδου, η οποία έφθασε στο αποκορύφωμά της μεταξύ των ετών 2000  με 1450 π.Χ.

H Μινωική Κρήτη διέθετε ένα δίκτυο εμπορικών συναλλαγών με πολιτισμούς της ανατολικής Μεσογείου όπου υλοποιούνταν η συστηματική εκμετάλλευση της ελιάς. Οι ανασκαφές στην Κρήτη έφεραν στο φως τεράστιους πίθους για την αποθήκευση του λαδιού, πιστοποιώντας πως η δύναμη των Μινωιτών βασιλιάδων προερχόταν σε μεγάλο βαθμό και από την εξαγωγή του ελαιόλαδου, τόσο στην Αίγυπτο, όσο και σε άλλες περιοχές της Μεσογείου, καθώς μάλιστα από το 1450 π.Χ. και εξής η εκμετάλλευση του προϊόντος άρχισε βαθμιαία να συστηματικοποιείται.

 

Πολλά αρχαιολογικά ευρήματα, όπως τοιχογραφίες, εργαλεία, εγκαταστάσεις και επιγραφές  μαρτυρούν την κυρίαρχη παρουσία της ελιάς και την σημαντική ενασχόληση των Μινωιτών με την παραγωγή, αποθήκευση και εμπορία ελαιολάδου σε όλα τα κέντρα του Μινωικού Πολιτισμού στην Κρήτη.

Στην Κνωσσό, το κέντρο του Μινωικού Πολιτισμού ανακαλύπτουμε ότι υπήρχε ένα ελαιοτριβείο έξω από το παλάτι καθώς και τεράστιοι τεφροδόχοι για την αποθεματοποίηση του ελαιολάδου που υπολογίζεται ότι είχαν χωρητικότητα 250 τόνων περίπου.

Στο παλάτι του Μίνωα, στα Μάλια, βρέθηκαν αποθήκες, που μπορούσαν να χωρέσουν περίπου 10.000 εκατόλιτρα λάδι. Το ανάκτορο, γενικά, χρησίμευε ως τόπος αποθήκευσης των προϊόντων της περιοχής. Από εκεί, το λάδι διοχετευόταν στα μεγάλα εμπορικά κέντρα και ίσως, στο εξωτερικό.

Στις Αρχάνες βρέθηκαν μέσα σε αγγεία κουκούτσια από ελιές, ενώ στη Ζάκρο βρέθηκαν ολόκληρες ελιές με τη σάρκα τους, που χρονολογούνται περί το 1.450 π.Χ.

Ο Γάλλος αρχαιολόγος και ιστορικός  Πολ Φορ (Paul Faure) περιγράφει εύστοχα την καλλιέργεια της ελιάς και την παραγωγή ελαιολάδου στο βιβλίο του «Η καθημερινή ζωή στη Μινωική Κρήτη».

Στην Υστερομινωική εποχή,η καλλιέργεια της ελιάς επεκτείνεται, επιλύοντας όχι μόνο επισιτιστικά προβλήματα, αλλά προσφέροντας τεράστιες υπηρεσίες στους Έλληνες, οι οποίοι θεωρούσαν το δέντρο ιερό, θεόσταλτο. Οι μεγάλες ελαιοπαραγωγικές περιοχές γνωρίζουν οικονομική άνθηση: Κρήτη, Πελοπόννησος, Λέσβος, Ιόνια Νησιά, Αττική. Η Μινωική Κρήτη οφείλει, εν μέρει, την ανάπτυξή της στη μεγάλη ελαιοπαραγωγή, που της επέτρεψε να εξασφαλίσει την οικονομική κυριαρχία στον αιγαιοπελαγίτικο χώρο και στην ηπειρωτική Ελλάδα.

Αναφορές στην εκμετάλλευση της ελιάς αλλά και  τη διακίνηση και την εμπορία του λαδιού παρέχουν και οι πινακίδες της Γραμμικής ΄Β από τα αρχεία των ανακτόρων Κνωσσού, Πύλου και Μυκηνών μαρτυρώντας  την οικονομική σημασία της ελιάς και του καρπού της κατά τον 14ο και τον 13ο αιώνα π.Χ.